Τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα κουβαλούν μνήμες μιας άλλης εποχής που ζούσε πιο κοντά στη γειτονιά και την κοινότητα. Για περισσότερο από έναν αιώνα, τα έθιμα των γιορτών άλλαξαν μορφές, αλλά κράτησαν τον ίδιο πυρήνα, τη ζεστασιά, την προσμονή και τη χαρά του «μαζί».
Στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν τα ελληνικά χωριά γιόρταζαν γύρω από το «εμείς»
Στα τέλη του 1800, τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα ήταν μια γιορτή απλή αλλά βαθιά συμβολική. Η παραμονή της γιορτής ξεκινούσε με το άναμμα του Χριστόξυλου, ένα μεγάλο αγκαθωτό ξύλο που τοποθετούσαν στο τζάκι για να καίει όλο το Δωδεκαήμερο, μέχρι τα Θεοφάνια. Η φωτιά θεωρούνταν προστατευτική, «φύλαγε» το σπίτι από τους Καλικάντζαρους, τα πνεύματα που σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη αναστάτωναν τα σπίτια αυτές τις μέρες. Σε πολλά χωριά μάλιστα έριχναν επάνω στο ξύλο καρύδια ή στάρι, ως συμβολισμό αφθονίας για τη χρονιά που έρχεται.
Το πρωί της 24ης Δεκεμβρίου, μικρές παρέες παιδιών γύριζαν στις γειτονιές. Με τρίγωνα στο χέρι, έλεγαν τα κάλαντα της παραμονής, τραγούδια που ξεκινούσαν με το κλασικό «Καλήν εσπέραν άρχοντες…». Πριν τραγουδήσουν, ήταν κανόνας να ρωτούν «Να τα πούμε;» μια τυπικότητα που δείχνει πόσο συμμετοχικό ήταν το έθιμο. Οι οικογένειες άνοιγαν τις πόρτες και προσέφεραν μελομακάρονα, κουραμπιέδες, ξερολούκουμα ή λίγες δραχμές, ανάλογα με τα μέσα της κάθε εποχής.
Το καράβι των Χριστουγέννων, το παλιό σύμβολο των ελληνικών σπιτιών

Πριν από την καθιέρωση του χριστουγεννιάτικου δέντρου στη χώρα, υπήρχε ένα άλλο σύμβολο, πιο ελληνικό, το χριστουγεννιάτικο καράβι. Σε νησιά όπως η Νάξος, η Σύρος, η Χίος και σε πολλές παραθαλάσσιες πόλεις, οι οικογένειες στόλιζαν ένα μικρό ξύλινο καράβι με φώτα, κορδέλες και χρωματιστά χαρτιά.
Ο στολισμός αυτός συνδέεται άμεσα με τις ναυτικές οικογένειες της εποχής. Οι περισσότεροι άντρες έλειπαν σε ταξίδια για μήνες και το στολισμένο καράβι ήταν μια ευχή για ήρεμες θάλασσες και ασφαλή επιστροφή. Σε αρκετές περιοχές, τα παιδιά κουβαλούσαν μικρά καραβάκια ακόμη και όταν έλεγαν τα κάλαντα μια μικρή, φορητή εκδοχή του μεγαλύτερου συμβόλου που δέσποζε στο σπίτι.
Το έλατο πρωτοεμφανίζεται στην Ελλάδα το 1833, όταν ο βασιλιάς Όθωνας στολίζει το παλάτι. Ωστόσο, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα το δέντρο παραμένει σχετικά σπάνιο, επικρατεί κυρίως στις μεγάλες πόλεις και στα σπίτια με επιρροές από την Ευρώπη. Στα νησιά και στην ελληνική ύπαιθρο, το καράβι παρέμεινε η κυρίαρχη παράδοση.

Μετά το 1833, όταν οι ευρωπαϊκές συνήθειες έφτασαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Σε αυτή την εποχή, τότε που το νεοσύστατο ελληνικό κράτος προσπαθούσε ακόμη να βρει ρυθμό, οργανώθηκε στο Ναύπλιο το πρώτο ρεβεγιόν Χριστουγέννων που γνώρισε η χώρα. Ο 18χρονος Όθωνας άλλαξε τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα με συμβολικές κινήσεις, ανέβηκε τις σκάλες του παλιού τζαμιού της πλατείας Συντάγματος για να επιθεωρήσει τον χώρο όπου θα γινόταν η γιορτή και βρέθηκε μπροστά σε τοίχους που θύμιζαν περισσότερο στάβλο παρά αίθουσα δεξιώσεων. Η λύση ήταν απλή και πρακτική, άσπρα σεντόνια που κάλυψαν την εικόνα της εγκατάλειψης και έδωσαν τη χροιά της επισημότητας που απαιτούσε η περίσταση.
Ο Φρέντυ Γερμανός, με τη χαρακτηριστική του αφηγηματική ματιά, περιγράφει ένα ακόμη πιο εντυπωσιακό σκηνικό:
«Πρόβλημα ήταν ο φωτισμός. Επειδή τα κηροπήγια ήταν πολύ λίγα, χρησιμοποιήθηκαν ζωντανοί φανoστάτες, υπηρέτες δηλαδή που κρατούσαν όλη τη βραδιά αναμμένους φανούς.…Φρεσκοστολισμένο και σουλουπωμένο το τζαμί περίμενε την άφιξη των ευγενών προσκεκλημένων που άρχισαν να καταφθάνουν κατά τις οκτώ και μισή (την παραμονή των Χριστουγέννων). Τον ερχομό τους προανήγγειλαν οιμωγές πόνου. Τι συνέβαινε: Δεδομένου ότι τα αμάξια δεν είχαν έλθει ακόμη στην Ελλάδα, χρησιμοποιήθηκαν ως μεταφορικό μέσο Μαλτέζοι αχθοφόροι.
Μέσα στην ιδιότυπη αυτή ατμόσφαιρα, που την πλαισίωνε όλος ο πληθυσμός του Ναυπλίου που είχε μαζευτεί στην πλατεία Συντάγματος, το πρώτο κομμάτι της ορχήστρας ήταν το “Χαίρε Βαυαρία, πατρίς μου γλυκεία».
Από τον λιμό του ΄40 στα χριστουγεννιάτικα τραπέζια που ξαναζωντάνεψαν
Όταν η σκιά του πολέμου σκέπασε τη χώρα, τα Χριστούγεννα του 1941 και του 1942 δεν μύριζαν κανέλα και φρεσκοψημένο ψωμί, αλλά πείνα, ανασφάλεια και συλλογική δυστυχία. Μετά την εισβολή και κατοχή της χώρας, οι επιτάξεις, ο αποκλεισμός και η έλλειψη τροφίμων οδήγησαν στον Μεγάλο Λιμό και πολλές πόλεις έμειναν χωρίς ψωμί, τα ράφια των μπακάλικων άδεια, κι οι οικογένειες αναγκάστηκαν να περιμένουν στη σειρά για λίγη τροφή στις ουρές που γρήγορα έγιναν σημεία συνάντησης του πόνου και της αλληλεγγύης.
Οι σοβαρές στερήσεις ανάγκασαν πολλούς να προσφύγουν σε συσσίτια, ακόμη και την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνης της χρονιάς, ήταν κοινό να βλέπεις ανθρώπους να μοιράζονται το ίδιο πιάτο. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, το φαγητό από τα συσσίτια ήταν τα ελάχιστα γραμμάρια τροφής που κρατούσαν ζωντανούς χιλιάδες πολίτες σε Αθήνα, Πειραιά και άλλες πληγείσες περιοχές.
Καθώς οι δυσκολίες περνούν και ο πόλεμος απομακρύνεται από τις καρδιές των ανθρώπων, οι οικογένειες οργανώνονται γύρω από τα χριστουγεννιάτικα τραπέζια και αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για αυτούς. Το Χριστόψωμο, ψωμί ζυμωμένο με σταφίδες, καρύδια και αρωματικά μπαίνει στο τραπέζι της παραμονής ή της ημέρας των Χριστουγέννων. Το κεντρικό γεύμα διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, σε ορεινά χωριά κυριαρχεί το χοιρινό, σε νησιά συχνά υπάρχει ψάρι, ενώ στις πεδινές περιοχές το αρνί και οι πίτες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τα γλυκά, μελομακάρονα και κουραμπιέδες είναι σταθερά κλασική παράδοση για τις γιορτές.
Στη δεκαετία του ΄60 και του ΄70, όταν το δέντρο κέρδιζε έδαφος και οι πόλεις άλλαζαν πρόσωπο

Με τη μετακίνηση του πληθυσμού προς τις πόλεις και με τη στροφή στα ευρωπαϊκά πρότυπα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο γίνεται πια η βασική εικόνα των ελληνικών Χριστουγέννων. Ο εορτασμός μεταφέρεται στα σαλόνια των αστικών σπιτιών, όπου το δέντρο στολίζεται με γυάλινα στολίδια, χρυσές μπάλες και φωτάκια.
Παρόλα αυτά, το καράβι δεν εξαφανίζεται. Σε πολλά νησιά παραμένει το βασικό σύμβολο των γιορτών μέχρι και σήμερα. Μάλιστα, σε αρκετά σπίτια στολίζουν και τα δύο, δέντρο στο σαλόνι, καράβι στο χολ ή κοντά στο τζάκι.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου το παλιό και το νέο συναντιούνται ξανά κάθε Δεκέμβρη

Στον 21ο αιώνα, οι ελληνικές χριστουγεννιάτικες παραδόσεις έχουν εξελιχθεί, αλλά ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος. Τα κάλαντα συνεχίζουν να ακούγονται το πρωί της παραμονής, το Χριστόψωμο φτιάχνεται ακόμη σε αρκετές οικογένειες, τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες παραμένουν κλασικά «πρωταγωνιστικά» γλυκά και σε πολλά νησιά το χριστουγεννιάτικο καράβι στέκει ως γνήσιο κομμάτι της τοπικής ταυτότητας.
Κι αν κάτι άντεξε στον χρόνο, αυτό είναι η βαθιά, σχεδόν τελετουργική αίσθηση πως οι γιορτές αυτές δεν ανήκουν ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο είναι φτιαγμένες για να τις μοιράζεσαι. Στο τραπέζι, στη γειτονιά, στη ζεστασιά μιας αγκαλιάς ή σ’ ένα κουτί με γλυκά Leonidas που ταξιδεύει από χέρι σε χέρι, η ουσία παραμένει η ίδια, τα Χριστούγεννα έχουν σημασία μόνο όταν τα μοιράζεσαι.
Εάν θέλετε να λαμβάνετε χρήσιμες πληροφορίες και σημαντικές εκπτώσεις από το κατάστημά μας Leonidas Pralines Thessaloniki κάντε εγγραφή εδώ!
Βρισκόμαστε πάντα στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε απορία ή διευκρίνηση σχετικά με τα προϊόντα μας!
Το έθιμο του Advent Calendar: Πώς ξεκίνησε το πιο «γλυκό» δώρο των Χριστουγέννων;
